Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΧΡΥΣΑΝΘΗ

Την έκανα πάνω απ’ τα ογδόντα. Δεν έμαθα ποτέ πόσο ήταν ακριβώς. Όταν τη ρώτησα στη διάρκεια μιας επίσκεψης στο μαγαζί, μου απάντησε με ερώτηση: Πόσο με κάνεις; Είπα «τόσο», λιγότερο απ’ αυτό που είχα στο μυαλό μου, χαμογέλασε πονηρά: Τόσο ακριβώς, αποκρίθηκε φανερά ικανοποιημένη.
            Ήταν μια συνηθισμένη μέρα για μένα, ετοίμαζα από νωρίς την πρωινή λειτουργία του μαγαζιού όταν την είδα να μπαίνει απ’ την ανοιχτή πόρτα. Οι μηχανές δεν είχαν προλάβει να ζεσταθούν, ανέτοιμες ακόμα για καφέδες και τσάγια. Η αλήθεια ήταν ότι βρισκόμουν καθημερινά στο μαγαζί πριν οι φυσιολογικοί άνθρωποι προλάβουν να νιώσουν την ανάγκη του καφέ. Ωστόσο, η ηλικία και το μπαστούνι στο χέρι της αναχαίτισαν την ανενδοίαστη συνήθειά μου να μην μπαίνει πελάτης πριν όλα είναι έτοιμα. Στάθηκε στο μπαρ ανύποπτη για τις σκέψεις μου, με κοίταξε περίεργα.
            –Είσαι η συγγραφέας; Με αιφνιδίασε.
            –Άλλο να γράφεις, κι άλλο να θεωρείσαι συγγραφέας, της είπα.
            –Εσύ δεν έγραψες τους «Παράδρομους της μνήμης»;
            Το βιβλίο είχε πάνω από τέσσερις μήνες που κυκλοφορούσε στα βιβλιοπωλεία και όπως ήταν φυσικό ανέκυψαν ερωτήματα στο χώρο μου, αντιδράσεις αμηχανίας και ξαφνιάσματος από πελάτες, φίλοι και γνωστοί ήθελαν να μάθουν για τη νέα μου ιδιότητα. Μα γράφεις; Λίγοι το ξέρανε, όμως κι αυτοί οι λίγοι δεν περίμεναν, ούτε κι εγώ άλλωστε, να εκτεθώ δημοσιεύοντας τα γραφτά μου. Μόνο ένας φίλος αγαπημένος, ο Δημήτρης Λυπουρλής σχολίασε: Περίμενα νωρίτερα να το κάνεις, Ζωή μου.
            –Το διαβάσατε; Ρωτάω την ηλικιωμένη.
            –Και το διάβασα, και έκλαψα πολύ, είπε.
            –Κι εγώ μπέρδεψα δάκρια με τη μελάνη, όσο το έγραφα, της εκμυστηρεύτηκα. Δύσκολα διαχειρίζεσαι τις μνήμες, όταν ξυπνούν. Να κάνω έναν καφέ και να τα πούμε πριν αρχίσει η δουλειά;
            –Γι’ αυτό ήρθα, παιδί μου.
            –Να κλάψουμε μαζί; αστειεύθηκα.
            –Δεν πειράζει να το κάνουμε κι αυτό, είπε ανεβαίνοντας με προσοχή τα δυο σκαλοπάτια του ξύλινου δαπέδου∙ φαινόταν να γνώριζε το χώρο.
            –Ήρθα κι άλλες φορές με την εγγόνα μου, έλυσε την απορία μου, καθώς θρονιάστηκε στο μεγάλο καναπέ. Με φέρνει εδώ κάθε φορά που κατεβαίνω στη Θεσσαλονίκη. Αγαπάει το μέρος.
            –Το βιβλίο…; Πώς έφτασε στα χέρια σας το βιβλίο;
            –Το χρωστάω στην εγγόνα μου κι αυτό… Μου το ‘φερε στο χωριό, ήταν σίγουρη ότι θα μ’ άρεζε.
Όσο ταχτοποιούσα το δίσκο με τους καφέδες εκείνη μου μιλούσε για την κόρη του γιου της, που σπούδαζε δασκάλα, ήταν η μεγάλη τους, είπε, απ’ την κόρη της είχε άλλα δύο, μικρότερα. Η εγγόνα πέρασε στην ακαδημία, κι έτσι αναγκαστικά κάνει πολλά ταξίδια να τη βλέπει, εκείνη τη μεγάλωσε καθώς κι οι δυο γονείς δουλεύουν∙ μεγάλη εφεύρεση οι γιαγιάδες, θυμάμαι τα λόγια της κόρης μου.
            –Είναι τυχεροί που σ’ έχουν, της λέω.
            –Ό,τι μπορούμε κάνουμε κι εμείς… Γεροί να είναι, μόνο.
            –Κι εσείς, για να τους βοηθάτε.
Μετακόμισαν στο πατρικό του άντρα της στο χωριό, μετά τη συνταξιοδότησή τους, μου είπε. Μέχρι τότε δούλευαν κι οι δυο στην πόλη.
Παίρνει το φλιτζάνι στα ελαφρά τρεμάμενα χέρια της. Μπαίνει στο θέμα που απ’ ότι φάνηκε την είχε φέρει εκείνο το πρωί στο μαγαζί.
            –Η ιστορία σου είναι αληθινή;
            –Από διαφορετικά στόματα ειπωμένη, αλλά αληθινή. Ένωσα τις ιστορίες που άκουγα φτιάχνοντας μία και την τοποθέτησα στο χωριό μου. Ιστορίες του τόπου είναι άλλωστε, κάποιες τις έζησα μέσα στην οικογένειά μου, και άλλες μου τις διηγήθηκαν άνθρωποι που έζησαν κι εκείνοι την αγριάδα της εποχής.
            –Τι πέρασε κι η γενιά μου!…
            Συμφώνησα μαζί της.
            –Φαίνεται ότι ζήσατε κι εσείς παρόμοιες καταστάσεις, της λέω.
            –Τις έζησα, αλλά δεν έχω το χάρισμα να μπορώ να τις γράφω, λέει με μια αλαφρά σύσπαση δυσαρέσκειας στα χείλη. Όμως διαβάζω…
            –Όταν διαβάζουμε, η φαντασία μας γράφει. Πώς είναι τ’ όνομά σας;
            –Χρυσάνθη με λένε.
            –Χαίρομαι, κυρά Χρυσάνθη που ήρθατε. Μιλήστε μου λίγο για σας…
            –Τι να σου πω, παιδί μου… Σε χωριό ζούσα από τα μικρά μου. Οι γονείς μου ήταν αριστεροί. Εκείνη την εποχή ήταν αλλιώς… Είχε νόημα να είσαι αριστερός, υπήρχε ελπίδα, περίμενες κάτι καλό. Αλλά όλα τα καλά έρχονται με τα γράμματα, έλεγε ο πατέρας μου, όταν πρωτοπήγα στο σχολείο. Όπως μπήκα, έτσι βγήκα, ούτε τη Δευτέρα δημοτικού πρόφθασα να τελειώσω, το μολύβι δεν έμαθα να βολεύω στο χέρι μου ακόμα… Και άρχισε ο κατατρεγμός και τα κυνηγητά της οικογένειας μου, κατεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη, μπας και μας σβήσουν απ’ τη μαύρη λίστα της περιοχής, αλλά η λίστα κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι χαφιέδων της αστυνομίας. Σιγά μην μας άφηναν ήσυχους… Τον έρμο τον πατέρα μου τον πιάνανε και τον αφήνανε συνέχεια με διακοπές λίγων ημερών. Κι εμένα δεν μ’ άφηναν να στεργιώσω σε δουλειά, ήμουν νοσοκόμα… Από νοσοκομείο σε κλινική μπαινόβγαινα. Ένα μήνα στο ένα, δύο μήνες στο άλλο… Με παίρνανε στη δούλεψή τους οι άνθρωποι γιατί ήμουν καλή, μέχρι που  πέρναγαν οι ασφαλίτες και τους κάνανε τις απαραίτητες συστάσεις. Τι να κάνουν κι εκείνοι, φοβούνταν, με διώχνανε κι άντε πάλι απ’ την αρχή. Έτσι πλήρωναν την ιδεολογία τους τότε οι αριστεροί… Ξέρεις πως ήταν τότε… Στη δικτατορία με φυλάκισαν, μετά με πέρασαν από στρατοδικείο και πάλι φυλακή, ώσπου με βγάλανε στην μεταπολίτευση. Βγήκα σπουδαγμένη από κει μέσα, έμαθα να διαβάζω και να γράφω αποστηθίζοντας λεξικά. Οι σελίδες τους κυκλοφορούσαν από κελί σε κελί και από χέρι σε χέρι καλυμμένα με  χαρτιά απόπατου… Μεγάλα σχολεία οι φυλακές, πίστεψέ με.
            –Ένα σωρό άνθρωποι έμαθαν τα γράμματα εκεί μέσα, όπως και στις εξορίες, είπα.
            –Αργότερα, μεγάλη πια, προσπάθησα να διορθώσω την αδικία. Γράφτηκα σε νυχτερινό σχολείο… Εκεί μέσα γνώρισα και τον άντρα μου. Ήταν ένας απ’ τους αδικημένους του καιρού μας κι εκείνος…
            Είπαμε κι άλλα εκείνη την πρώτη φορά. Η κυρά-Χρυσάνθη ξανάρθε σε λίγες μέρες με την εγγονή της. Κάθισαν στον ίδιο καναπέ. Τις έκανα παρέα για λίγο, είχα δουλειά εκείνη την ώρα. Με πλησίασε την ώρα που θα φεύγανε, η εγγονή είχε μπει στην τουαλέτα.
            –Μια και γράφεις όμορφα τις ιστορίες, θέλεις να σου πω κι εγώ μία; Είπε σιγανά.
            –Δική σας;
            –Εμ τίνος;
            –Και βέβαια θέλω… Αρκεί να έρθετε νωρίς, πριν πλακώσουν οι «βάρβαροι», αστειεύθηκα.
            Και ήρθε. Ήταν πολύ πρωί, το μαγαζί πάλι ανέτοιμο για καφέδες, και καθώς η παρασκευή του ταπεινού ελληνικού καφέ δεν προϋποθέτει ζεστές μηχανές, έφτιαξα δύο στο γκαζάκι και τους πήγα στην αγαπημένη της θέση.
            –Θα μου πείτε τα νέα σας, κυρία Χρυσάνθη;
            –Τι να σου πω… Τα δικά μου τα νέα είναι παλιά και ήρθανε μπρος μου πάλι με το βιβλίο σου.
            –Αλήθεια; Καλό είναι ή κακό αυτό;
            –Δεν έχω ιδέα… Εσύ θα κρίνεις, αφού σου πω την ιστορία που ήρθε στο μυαλό μου… Μικρή είναι, και κομμένη στα δύο. Άλλη εποχή η μία κι άλλη η δεύτερη.
            –Δηλαδή;
            –Το πρώτο μέρος συνέβη στη δικτατορία. Για καιρό μάλιστα πίστευα ότι ήταν γέννημα του μυαλού μου… Μέχρι που, αρκετά χρόνια μετά, το μοιροχάρτι την έφερε μπροστά μου. Ήθελε να βάλει την υπογραφή της, η άτιμη…
            –Ποια;
            –Η μοίρα, ντε! Να αποδείξει ότι  η ζωή έχει φαντασία και είναι απρόβλεφτη. Να στην πω, τι λες;
            –Και το ρωτάτε;
            –Δεν μίλησα σε κανένα γι’ αυτήν.
            –Γιατί;
            –Κάποια πράματα δεν τα παραδέχεσαι ούτε στον εαυτό σου… Τα σφραγίζεις μέσα σου και τα ξεχνάς. Τέλος πάντων… Ήταν στα μέσα του ΄68 όταν με μάζεψε η δικτατορία… Συλλάβανε πολλούς τότε, τα κρατητήρια γέμισαν από «υπονομευτές» της χώρας. Άλλες μέρες οι βρωμεροί εκείνοι χώροι ήταν πατικωμένοι από μικροπωλητάδες που αφού πλήρωναν τα προστύμματα  ελευθερώνονταν μέχρι το βράδυ. Εκείνες τις μέρες τους αφήσανε ήσυχους. Σειρά είχανε οι πολιτικοί, δεν περισσεύανε χώροι για όλους. Μέσα σε τρεις μέρες πατικωθήκαμε μέσα σ’ ένα κελί 3Χ4 του τρίτου αστυνομικού τμήματος δώδεκα γυναίκες. Τρομοκρατημένες, αν και κάποιες από μας το κρύβαμε ή έτσι νομίζαμε… Κρύβεται ο φόβος μωρέ;  Όλες λίγο ή πολύ, κάτι είχαμε να παραχώσουμε… Παίζαμε όμως τις χαζές, πως δήθεν δε γνωρίζαμε και δεν είχαμε ιδέα γιατί βρισκόμασταν εκεί μέσα. Τέτοιες στιγμές πρόδρομος γίνεται ο φόβος, οδηγέτης, κινείσαι πίσω απ’ αυτόν. Έτσι κι εγώ, τον ακολουθούσα και το ‘παιζα ανήξερη.
Λίγες ώρες πριν συλλάβουν εμένα, είχαν πιαστεί άνθρωποι της οργάνωσης σε νυχτερινή ενέδρα, όπου δολοφονήθηκε ένας νέος άντρας. Ποιος ήταν ο νεκρός, ιδέα δεν είχα. Χαλκίδη έμαθα τον λέγανε, Μιχάλης το μικρό του, πολύ αργότερα έμαθα γι’ αυτόν… Τότε δεν γνώριζα ούτε εκείνον ούτε τους υπόλοιπους που είχαν συλληφθεί. Εμένα μ’ έμπλεξε ένας δευτεροκλασάτος που δουλεύαμε μαζί σε κλινική της πόλης. Τα ‘θελε κι εμένα ο κώλος μου, κι έτσι μπλέχτηκα... Οι συνέπειες της ανάμιξης  σε τέτοιες ιστορίες ήταν γνωστές, μου τις επανέλαβε κι ο συνάδελφος πριν αναλάβουμε δράση. Ήξερα λοιπόν πως μπορούσαν να μας πυροβολήσουν αν παραβαίναμε το νυχτερινό ωράριο, πόσο μάλλον αν μας πιάνανε να ρίχνουμε προκηρύξεις. Όταν είσαι νέος όμως, ο θάνατος είναι ξεκομμένος από σένα, ασίμωτος, όπως έλεγε κι η συγχωρεμένη μάνα μου… Σε χωρίζει τρανή απόσταση θαρρείς, δεν τον συλλογάσαι. Πιο πολύ στοχάζεσαι το τόλμημα, την ηρωική πράξη, κορδώνεσαι με τη σκέψη πως την επόμενη μέρα θα μιλούν για το θάρρος σου.  Νιάτα, μωρέ… Όμορφα κι ατρόμητα!  Άστα όμως αυτά… Η ιστορία άρχισε εκείνες τις μέρες… Την πρώτη φορά που με πήραν για ανάκριση… Πρώτα έγινε το ξεκαθάρισμα, άδειασε το κελί σε δυο τρεις μέρες. Οι περισσότερες φύγανε, δεν ξέρω αν αφέθηκαν ελεύθερες ή αν τις μεταφέρανε αλλού. Μείναμε τρεις εκεί μέσα. Οι «επικίνδυνες». Τότε ήτανε που αρχίσανε κι οι εναλλάξ νυχτερινές επισκέψεις μας στην κεντρική Ασφάλεια… Μία νύχτα εμένα, τις επόμενες τις άλλες.  Δε θα πω λεπτομέρειες για κείνες τις νύχτες, χιλιοειπωμένα είναι το τι γινότανε στα υπόγεια κολαστήρια του Βαρδαρίου.
”Το πρώτο βράδυ που λες, με ρίξανε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, ύστερα απ’ τη γνωστή στους πολιτικούς κρατούμενους της εποχής, «ευγενική» ανάκριση του Καραμήτσου, γνωστού και μη εξαιρετέου βασανιστή την πόλης. Η άρνησή μου να παραδεχτώ τη συμμετοχή μου, που έτσι κι αλλιώς τη γνώριζαν με την κάθε λεπτομέρεια από προηγούμενες μαρτυρίες κρατουμένων, ήταν η αιτία που βρέθηκα σ’ εκείνο το άθλιο δωμάτιο. Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω άλλο… μου είπε «στεναχωρημένα» ο Καραμήτσου και μ’ έστειλε στο υπόγειο να με βοηθήσουν οι άλλοι. Ο χώρος ήταν μικρός, στενός, τρομακτικός κι εγώ φοβισμένη όσο δεν έπαιρνε. Στην αρχή δυο τύποι προσπάθησαν με κλωτσιές, χαστούκια και τραβήγματα των μαλλιών να με πείσουν να θυμηθώ, τι έκανα την τάδε του μήνα, εκείνη την ώρα, τη δείνα ημερομηνία στις… Ανατρέχανε σε συγκεκριμένες μέρες και ώρες, ώστε να καταλάβω ότι κάποιοι πριν από μένα «έσπασαν», οπότε το να το παίζω «μάρτυρας» δεν είχε νόημα. Το κατάλαβα κι εγώ αυτό αργότερα, αφού πρώτα συνειδητοποίησα ότι το ξύλο δεν αντέχεται για πολύ. Φύγανε οι πρώτοι κι έμεινα για ώρα μέσα στο σκοτάδι τρομοκρατημένη, όταν μπήκε στο δωμάτιο ένας τρίτος, αθόρυβος σαν τη γάτα. Δεν άναψε τη λάμπα, διέκρινα ελάχιστα τη φιγούρα του απ’ το αμυδρό φως που φέγγιζε απ’ το μικρό παράθυρο του διαδρόμου. Είδα δυο πόδια-σκιές να με πλησιάζουν, μαζεύτηκα τρομοκρατημένη στη σκέψη ότι επανήρθαν να εκτονωθούνε. Το ένα πόδι με έσπρωξε, σύρθηκα στον τοίχο, μου είπε να σηκώσω το μούτρο μου, τότε κατάλαβα ότι ήταν καινούργιος. Απ’ τη φωνή του. Ήταν σιγανή, μεταλλική και επιτακτική. Προσπάθησα να διακρίνω το πρόσωπό του μες στο μισοσκόταδο. Μόνο το άσπρο πουκάμισο ξεχώριζα, ξεκούμπωτο μέχρι το στήθος με κάτι χρυσό να φεγγίζει στο λαιμό του και το περίγραμμα του κεφαλιού του, σκοτεινό καθώς το χτυπούσε από πίσω το αδύναμο φως. Άπλωσε το χέρι του και γύρισε το διακόπτη, το δωμάτιο φωτίστηκε μ’ ένα κιτρινωπό φως, το πρώτο πράγμα που αγκίστρωσε την προσοχή μου ήταν η χρυσή καδένα που κρεμότανε χαμηλά στο τριχωτό στήθος κι ύστερα το ανέκφραστο μούτρο του.
            Αντιλήφτηκα ένα μικρό λαχάνιασμα στη φωνή της ηλικιωμένης, σαν να βρισκόταν στη μέση ενός αγώνα μεταξύ μνήμης και λήθης.
            –Σου είπα ότι δεν μίλησα σε κανένανε γι’ αυτό το περιστατικό;
            –Μου το είπες κυρία Χρυσάνθη, την καθησύχασα.
            –Ντρεπόμουνα, βλέπεις… Κι ακόμα ντρέπομαι…
            –Γιατί;
            –Γι’ αυτό που γίνηκε μέσα μου κείνη την ώρα… Πήρε μια ρουφηξιά απ’ τον καφέ της.
”Ένα δυνατό κρακ… Πώς σε τινάζει το ρεύμα, ένα τέτοιο πράγμα. Τρόμαξα δεν ξέρεις πόσο… Εκείνο το πράγμα βγήκε από μέσα μου... Για μια στιγμή πίστεψα πως κάτι έγινε και σ’ εκείνονε, μου φάνηκε πως είδα ένα τέντωμα αμηχανίας στα μάτια του, μπλοκάρισε για πολύ λίγο. Κοιταζόμασταν για ώρα μες στο σκοτάδι και αιφνιδιαστικά έσκυψε και μου έδωσε ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, βρίζοντας πρόστυχα. Το κεφάλι μου όπως στεκόταν χαλαρά στο λαιμό μου, τινάχτηκε και χτύπησε στον τοίχο, δεν το περίμενα, η ανάσα μου κόπηκε, διπλώθηκα στα δύο, ο πόνος στο κεφάλι ήταν κοφτερός, τα δάκρυα πεταχτήκανε αθέλητα απ’ τα μάτια μου, τον κοίταξα οργισμένη, δεν ήθελα να φανεί ότι φοβόμουνα. Τον φοβόμουνα όμως… Όχι όπως φοβήθηκα με τους άλλους... Αλλιώτικος ήτανε ετούτος ο φόβος. Τα μάτια του ήτανε η ίδια η απειλή, απλώθηκε γύρω μου, κι ενώ μέσα μου άκουγα ακόμα το κρακ, κράκ, έκατσε ανακούρκουδα μπροστά μου, με άρπαξε απ’ το σαγόνι και πλησίασε τόσο πολύ το μούτρο του στο δικό μου, που νόμισα ότι αισθάνθηκε τη μυρωδιά της σκέψης μου. Μου ζούληξε με μανία τα χείλη με τα δάχτυλά του, κι εγώ λιγοδύναμη, έρμαιο στη δύναμη εκείνου του χεριού. Δεν ξέρω πόση ώρα ξεψάχνιζε το σουφρωμένο στόμα μου, κι ύστερα τίναξε το κεφάλι μου προς τα πίσω, σηκώθηκε απότομα και απομακρύνθηκε φουριόζος, θυμωμένος, σαν να τον είχα χτυπήσει εγώ κι όχι εκείνος, βγήκε χωρίς να σβήσει το φως. Έκανε ένα βήμα και σταμάτησε εκεί έξω, το πρόσωπό του εμφανίστηκε στο παραθυράκι, Θα ξανάρθω πάλι πουτανάκι… Θα ξανάρθω, είπε κι η υπόσχεση καρφώθηκε στο μυαλό μου. Το επόμενο που άκουσα ήταν τα βήματά του ν’ απομακρύνονται κι ο αντίλαλός τους να φαντάζει φοβερός μέσα σ’ κείνο το τρομακτικό μέρος. Εκείνη τη νύχτα δεν έγινε τίποτα άλλο, με αφήσανε για ώρες εκεί μέσα και τα ξημερώματα με μεταφέρανε στο κελί.
            Η είσοδος ενός νεαρού ζευγαριού, έκανε την ηλικιωμένη να σωπάσει απότομα. Η κοπελιά μου χαμογέλασε συνεσταλμένα.
            –Αναρωτιόμασταν αν είχατε ανοίξει, είπε διστακτικά.
            –Καθίστε, είπα στο ζευγάρι και γύρισα στην ηλικιωμένη. Ένα λεπτό θα κάνω.
            Όσο έφτιαχνα τους καφέδες, της έριχνα ματιές, η προσοχή της ήταν προσηλωμένη σε κάτι αόρατο έξω απ’ το παράθυρο, ίσως σε κάποια εικόνα.
            –Σ’ απασχολώ απ’ τη δουλειά σου… είπε μόλις ξανάκατσα δίπλα της.
            –Μην ανησυχείτε, όπου να ‘ναι έρχονται τα κορίτσια μου, οπότε δεν  θα μας ενοχλήσει κανείς.
            Της ζήτησα να συνεχίσει την ιστορία, είχα περιέργεια για τη συνέχεια.
            –Επί δέκα μέρες πηγαινοερχόμουνα στην Ασφάλεια… Μέχρι που έβαλα την υπογραφή μου στη λίστα με τις …τρομοκρατικές πράξεις μου. Ξέρεις… Αφίσες, προκηρύξεις, φιλοξενία κάποιου κυνηγημένου… Τέτοια φοβερά και απερίγραφτα πράγματα… Ο άλλος, μετά τα καμώματα της πρώτης νύχτας, δεν ξαναμπήκε στο δωμάτιο που με ξυλοφορτώνανε. Το μάτι μου τον πήρε καναδυό φορές έξω απ’ το παραθυράκι… Παρακολούθαγε κρυφά τον σωφρονισμό μου από τους συναδέλφους του. Όταν καταλάβαινε πως τον έπαιρνα είδηση, τραβιότανε από κει.
Η αφήγηση διακόπηκε για άλλη μια φορά, με το μπάσιμο της κοπέλας που δούλευε την πρώτη βάρδια. Η ώρα πήγε κιόλας εννιά. Η κυρά Χρυσάνθη αναστέναξε χαμογελώντας.
–Σε αυτό σχεδόν το σημείο τελειώνει το πρώτο μέρος της ιστορίας, είπε. Να συνεχίσω;
–Το συζητάτε; Δεν θα χρειαστεί να σηκωθώ άλλο.
–Τον ξανάδα ένα βράδυ πριν υπογράψω. Οι βασανιστές μου με είχαν παρατήσει μισολιπόθυμη στο τσιμεντένιο πάτωμα. Ο τύπος ήταν εκεί, με κοίταγε δεν ξέρω για πόση ώρα. Όταν τον αντιλήφθηκα δεν κρύφτηκε, Αν δε μιλήσεις θα σε χτυπάμε ώσπου να πεθάνεις, είπε σιγανά και χάθηκε δίχως να περιμένει απάντηση. Την επομένη υπέγραψα. Στ’ αλήθεια δεν είχε νόημα, και δεν άντεχα άλλο ξύλο.
Μετά από δυο μέρες σταμάτησαν οι μεταφορές μας στο Βαρδάρη, και καθώς οι νύχτες δεν είχαν πια ύπνο για τις τρεις μας, με τις μνήμες των βασανιστηρίων νωπές ακόμα στο νου και στο σώμα μας, αρχίσαμε να μιλούμε ελεύθερα, ως τότε δεν το κάναμε γιατί η κάθε μια φοβότανε την άλλη, τα «φυτεμένα» καρφιά που οι Ασφαλίτες συνήθιζαν να καρφώνουν σε κελιά των πολιτικών κρατουμένων για να συλλέγουν πληροφορίες, φοβόμασταν. Η εμπιστοσύνη μεταξύ μας ξεκίνησε τότε. Αφήσαμε τον εαυτό μας να ξεχυθεί σαν να είχαμε απέναντί μας έναν άλλο εαυτό, αποφυλακίζοντας τις σκέψεις, που κυλούσανε πια ελεύθερες στο δοχείο της συντροφικότητας. Διηγηθήκαμε τις αγριάδες του υπογείου, τα βασανιστήρια και τέλος την υπογραφή, την οποία ξέραμε μεν ότι ήταν αναπόφευκτη, ντρεπόμασταν ωστόσο που την βάλαμε. Τότε έμαθα ότι ο κύριος βασανιστής των δύο κοριτσιών ήταν ο άντρας με το λευκό πουκάμισο και την χρυσή καδένα. Όνομα δεν ξέρανε, ήταν ο πιο …σκύλος απ’ όλους, ένα σαδιστικό κάθαρμα, κατά πως λέγανε. Το ερώτημα γεννήθηκε εκείνες τις ήσυχες μέρες, όσο περιμέναμε τη δίκη μας. Γιατί δεν με ξαναπλησίασε εκείνο το τέρας μετά από κείνη τη νύχτα;
”Αργότερα, όταν μεταφερθήκαμε στις φυλακές μετά την καταδίκη μας απ’ το στρατοδικείο, τα ερωτήματα πλήθαιναν καθώς γνώρισα κι άλλες γυναίκες που είχαν περάσει απ’ τα υπόγεια της ασφάλειας του Βαρδάρη∙  όλες, μα όλες είχαν κάτι τρομακτικό να διηγηθούν για τον συγκεκριμένο βασανιστή. Τι είχε γίνει μαζί μου; Γιατί εξαιρέθηκα απ’ τη λίστα εκείνου του κτηνάνθρωπου;       
            –Τον συνάντησες ξανά, κυρά-Χρυσάνθη;
–Τη μοίρα δεν την ορίζεις, Ζώγια μου. Η ζωή μας ξεπερνάει συχνά. Φαίνεται πως κι η ίδια η μοίρα δεν θέλει ν’ αφήνει ξεκούμπωτες υποθέσεις, ίσως να θέλησε να κουμπώσει εκείνο το περιστατικό που στοίχειωνε φιμωμένο μέσα μου… Δεν τα βγάζεις πέρα με τα τερτίπια της, πίστεψέ με…         
”Πέρασαν χρόνια, οι λεπτομέρειες της όψης εκείνου του καθάρματος αρχίσανε να ξεγλιστρούνε απ’ τη μνήμη μου. Δούλευα στο Ιπποκράτειο προϊσταμένη, στον δεύτερο όροφο της νευρολογικής κλινικής. Εφημερεύαμε τη μέρα εκείνη και τρέχαμε να βολέψουμε τους ανθρώπους που έστελναν στο τμήμα μας οι γιατροί των εξωτερικών ιατρείων. Ένα μόνο περιστατικό θεωρήθηκε τη μέρα εκείνη επείγον. Εγκεφαλική αιμορραγία. Διάβαζα τη διάγνωση του εφημερεύοντος γιατρού, όσο ο καθηγητής με τους βοηθούς του  δίνανε αγώνα στο χειρουργείο να τον κρατήσουνε στη ζωή.  Σε λίγο ειδοποιήθηκα να πάω κι εγώ, έπρεπε να ενημερωθώ για την κατάσταση απ’ τον επικεφαλή γιατρό και τη νοσηλεία που έπρεπε ν’ ακολουθήσω. Καθώς ετοιμαζόμουν να βγω απ’ το γραφείο, η νοσοκόμα ακούμπησε στον πάγκο μια σακούλα με δυο τρία ρούχα διπλωμένα και μικροαντικείμενα. Είπε ότι είναι του ασθενή με το εγκεφαλικό που είχε μεταφερθεί κιόλας στην εντατική. Σ’ ένα χαρτί κολλημένο πάνω στη διάφανη σακούλα ήταν γραμμένο ένα αντρικό όνομα. Αυτό που χτύπησε στο μάτι μου δεν ήταν το όνομα, μα ένα χρυσαφικό που ήταν ριγμένο στο εσωτερικό της σακούλας. Μισοκρυμένη κάτω από διπλωμένο ρούχο ήταν μια καδένα. Την τράβηξα από κει μέσα, μια μακριά αλυσίδα ακολούθησε. Ένα λαιμοστόλιδο που η θύμησή του μου έκοψε, Ζώγια μου, την ανάσα.
Την κοίταζα ξαφνιασμένη περιμένοντας τη συνέχεια.
–Ήταν δικό του;
–Το χαρακτηριστικό εκείνου του τέρατος ήτανε εκείνη η καδένα και το ανοιχτό λευκό πουκάμισο, είπε παρατηρώντας το μπερδεμένο βλέμμα μου.
–Και το θυμήθηκες μόλις το είδες;
–Όσα χρόνια κι αν περάσουνε δεν πρόκειται να το ξεχάσω.
–Και τι έκανες;
–Το έβαλα στη θέση του και είπα στη νοσοκόμα να το παραδώσει στους συγγενείς του αρρώστου. Δεν υπήρχε κανείς, μου είπε. Στη γραμματεία έψαχναν στοιχεία μέσα στο τσαντάκι που βρέθηκε δίπλα του. Φαίνεται πως το επεισόδιο συνέβηκε στο δρόμο και περαστικοί ειδοποιήσανε το ασθενοφόρο. Τη ρώτησα πόσο άσχημα ήταν, Χειρότερα δεν γίνεται, είπε, δεν ήταν σίγουρη αν θα ζούσε. Έβαλα τη σακούλα σ’ ένα συρτάρι, το κλείδωσα και πήρα το κλειδί. Πήγα κατευθείαν στην εντατική, κοίταξα απ’ το παράθυρο του προθάλαμου. Οι νοσοκόμες της μονάδας, επιφορτισμένες να παρακολουθούνε συνεχώς την πορεία των βαριά ασθενών εκεί μέσα, ταχτοποιούσανε τους ορούς και τα υποστηριχτικά μηχανήματα στο σώμα ενός γυμνού άντρα. Άνοιξα και μπήκα, η μία αδερφή τράβηξε τα δύο μέρη της κουρτίνας, δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του. Στάθηκα στο κενό που αφήνανε τα δυο κομμάτια της κουρτίνας. Μόνο τη μάσκα οξυγόνου τοποθετημένη στο στόμα και στην μύτη του, έβλεπα. Τις ρώτησα πώς πήγαινε, Τέλειωναν, μου αποκρίθηκαν… Είναι καλά; Απ’ τον αισιόδοξο τρόπο που απαντήσανε κατάλαβα πως ο άρρωστος ήτανε κιόλας ξύπνιος και δεν θέλανε να τον φοβίσουνε. Αποδείχτηκε παλικάρι, απάντησε η μία. Έκανε στην άκρη κι εκείνη τη στιγμή οι ματιές μας συναντηθήκανε μέσα απ’ το άνοιγμα, όπως είχανε συναντηθεί πριν πολλά χρόνια στο μισοσκόταδο του υπογείου της Ασφάλειας. Το βλέμμα του στυλώθηκε πάνω μου, η όψη του άλλαξε μονομιάς, σαν να του ρίξανε ξαφνικά παγάκια στο μούτρο του, άνοιξε το στόμα του λες και δεν του ‘φτανε ο αέρας που έμπαινε απ’ το σωλήνα του οξυγόνου, το σώμα τινάχτηκε σαν να το χτυπούσανε συνεχόμενοι κεραυνοί, παραμέρισα την κουρτίνα και μπήκα καθώς η μια αδερφή φώναζε, προϊσταμένη το γιατρό, γρήγορα. Τα χέρια μου τρέμανε όταν σχημάτισα τον αριθμό του γραφείου του καθηγητή, ο οποίος έφτασε αμέσως, τράβηξε τις κουρτίνες, νέα μηχανήματα συνδεθήκανε βιαστικά με το σώμα του ασθενή. Κόλλησα στον τοίχο. Ήμουνα τρομοκρατημένη, τα μάτια του άντρα εκείνου δεν φεύγανε από πάνω μου, σαν να ζήταγε από μένα βοήθεια…
”Αν δεν το ‘βλεπα Ζώγια μου, δε θα το πίστευα. Το σκληρό ανέκφραστο μούτρο που ξαναθυμήθηκα, έλιωσε εκείνη την ώρα. Ήθελα να φύγω αλλά τα πόδια μου θαρρείς κολλήσανε στο δάπεδο. Τα μάτια του δεν ξεκολλούσανε από πάνω μου. Τον ξέρεις; Ρώτησε ο γιατρός βλέποντας το χαμένο ύφος μου. Όχι, είπα. Φύγε αν δεν αντέχεις… και έφυγα.
–Σώθηκε;
–Πέθανε σε τρεις μέρες…
–Δεν του μιλήσατε;
–Δεν ξέρω αν είχε νόημα… Πάλευε για τη ζωή του, πια!
–Δεν εμφανίστηκε κανένας δικός του;
–Ένα κορίτσι… Είπε ότι ήτανε κόρη του. Έκλαιγε απαρηγόρητη έξω απ’ την εντατική… Σ’ εκείνην παρέδωσα τη σακούλα με την καδένα. Είπε πως ήτανε της πεθαμένης μάνας του, και δεν την αποχωριζότανε. Η ηλικιωμένη αναστέναξε και έσκυψε στα χέρια της.
”Ξέρεις, γύρω μας περισσεύουνε κάθε μέρα οι άνθρωποι που κάνουνε πολύ κακό, οι οποίοι δεν τιμωρούνται, φεύγουνε απ’ τη ζωή ήσυχοι, ότι τα κάνανε όλα καλά. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να υπάρχει τρόπος να τιμωρούνται οι άνθρωποι πριν πεθάνουνε, (ο παράδεισος κι η κόλαση είναι μια μεγάλη βλακεία) να συνειδητοποιούνε πρέπει τους λόγους που τιμωρούνται. Εκείνος ο άντρας, Ζώγια μου, τις τελευταίες ώρες πριν πεθάνει, που με παρατηρούσε απ’ το παράθυρο της εντατικής να τον κοιτώ, νομίζω πως ήξερε για πιο λόγο πέθαινε τόσο νέος. Αυτή η αίσθηση δεν μου έφυγε τόσα χρόνια μετά…
Σώπασε.
–Τι πιστεύετε τελικά; Γιατί εξαιρεθήκατε απ’ τη λίστα των θυμάτων του; Αυτό δεν έγινε;
–Δεν ξέρω… Πολλές φορές καταλήγω στη σκέψη πως, κι οι καλύτεροι άνθρωποι δεν είναι πάντα ταυτισμένοι με το καλό, έτσι δεν είναι; Μπορεί να ισχύει το ίδιο και με τους κακούς… Να μην είναι ταυτισμένοι μόνο με το κακό…
–Νομίζω ότι έχετε απόλυτο δίκιο, κυρία Χρυσάνθη. Θέλω όμως να κάνω μια ερώτηση. Μετανιώσατε καθόλου; Θέλω να πω, όταν κοιτάζεται πίσω σας, λέτε ότι άξιζε τον κόπο;
–Κάποτε πίστευα ότι ο δρόμος για τον καλύτερο κόσμο ήτανε σύντομος, έκανα λάθος σ’ αυτό, όπως πολλοί άλλοι. Δεν μπορώ όμως να πιστέψω πως ήτανε σφάλμα που αγωνίστηκα να φέρω εκείνονε τον κόσμο πιο κοντά. Σε τούτον τον κόσμο τον αλυσοδεμένο, η ζωή χωρίς όνειρα είναι κήπος δίχως λουλούδια, κορίτσι μου, έτσι δε λένε; Όταν είσαι νέος έχεις όνειρα… Νιώθεις υποχρέωση να αγωνίζεσαι γι’ αυτά, και στ’ όνομα μιας μεγάλης ιδέας, όπως τη φαντάζεσαι, να προσπαθείς να γεφυρώνεις τις αντιθέσεις  της ζωής στήνοντας ένα σπουδαίο πέρασμα… Ένα γιοφύρι που θα συναντιούνται οι άνθρωποι…
–Και;…
–Κι αυτό το πέρασμα να το υπηρετείς άσχετα με τις επιπτώσεις στη ζωή σου, άσχετα με το μόχθο και την αγριάδα του αγώνα. Κυνηγηθήκανε πολλοί, άλλοι τόσοι φυλακιστήκανε, άλλοι σκοτωθήκανε σ’ αυτόνε τον αγώνα… Τι να πεις τώρα, ότι δεν άξιζε τον κόπο; Κανένας αγώνας δεν είναι άνευ σκοπού. Είναι η ανάγκη των αδικημένων κι η γη είναι γιομάτη αδικημένους. Αλλά…
            Σταμάτησε, το βλέμμα της προσηλώθηκε στην κίνηση του δρόμου, έξω από το παράθυρο.
            –Αλλά;
            Στράφηκε πάλι σε μένα.
            –Νομίζω πως αν γύρναγα στην αρχή θα έδινα πιότερο βάρος στην ευτυχία… Κατά πως έλεγε μια συντρόφισσα καθηγήτρια που έφυγε νωρίς, θα θήρευα την επικράτεια της ευτυχίας… Τι λες κι εσύ;
            Το βρήκα σοφό.
            Έτσι γεννήθηκε η έμπνευση του δεύτερου βιβλίου μου, «Έρωτας στα δίσεκτα χρόνια», που είχε εξοργίσει την πεθαμένη αδερφή μου, καθώς πίστευε πως καμία κομμουνίστρια δεν θ’ άφηνε τον εαυτό της να νιώσει το παραμικρό συναίσθημα, εκτός του μίσους, για ένα φασιστικό τέρας. Άδικα προσπάθησα να την πείσω πως κάποιες φορές η καρδιά είναι ανίσχυρη να πορευτεί δίπλα στη λογική σκέψη.