Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Ιστορίες της «Ζώγιας»

                                                     

  Ιστορίες της «Ζώγιας»


Η ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό μου λίγο πριν τελειώσω το τελευταίο μυθιστόρημα, όταν πια η «Ζώγια» στην Κομνηνών είχε κλείσει κι οι εικόνες τόσων χρόνων μέσα εκεί, άρχισαν να κάνουν ουρά στη μνήμη μου. Να στριμώχνονται και να σπρώχνουν διεκδικώντας την πρωτιά, ποιαν θα μου αρπάξει πρώτη το φιλί της ζωής. Κι ενώ παιδευόμουν  να κλείσω την πλοκή της ιστορίας μου, μία- μία οι ξεχασμένες σκιές τριάντα χρόνων ανακινήθηκαν, μπήκαν στο μυαλό μου επείγουσες, παραβιάζοντας το κόκκινο του νου, κορνάροντας δαιμονισμένα, κουνώντας πέρα δώθε το χέρι, εδώ είμαι, η μία, Με ξέχασες; η άλλη, Θυμάσαι που… η τρίτη, διασπούσαν την προσοχή μου αναγκάζοντάς με να ρίχνω κάθε τόσο ματιές προς τα πίσω, ανάβοντας με το έτσι θέλω το φακό της θύμησης∙ αναγνωρίζοντας τις πιο επίμονες που μ’ ακολουθούσαν. Καίτοι χωμένη ως τα μπούνια στο τέλειωμα του βιβλίου, άρχισα τις συνομιλίες με τους επίμονους επισκέπτες της μνήμης, ζωντανεύοντας κουβέντα-κουβέντα τα εξαφανισμένα, περιθάλποντας κάποια πεταμένα, ανυψώνοντας άλλα που εκ πρώτης ματιάς φαίνονταν άχρηστα, ανακουφίζοντας τα πονεμένα, συμβαδίζοντας με τ’ άσχημα. Άλλοτε έπιανα τον εαυτό μου να νοσταλγεί και τα εφήμερα, να γοητεύομαι εκ νέου  με τα όμορφα που συνέβησαν εκεί μέσα, επαναφέροντας στο νου συγκινήσεις που αισθάνθηκα με κάποιες γνωριμίες ή και κουβέντες, δάκρυσα με οδυνηρές εικόνες, θύμωσα με κάποιες άλλες. Μπορεί κάποιος να μένει ανεπηρέαστος από τα συμβάντα τριάντα χρόνων της ζωής του; Εικόνες που ξύπνησαν, που απαιτούσαν να τις πάρω μαζί μου, με ακολουθούσαν κατά πόδας, συχνά χάνονταν κάποιες, πιο εκεί τις ξανασυναντούσα.
Έτσι επιβλήθηκαν πάνω μου, φορτώθηκαν με το έτσι θέλω στην πλάτη μου, και τώρα που επιτέλους τέλειωσα το γραφτό μου, τις αφήνω να μπαίνουν και να βγαίνουν ελεύθερες στο μυαλό μου. Άλλωστε ένας απ’ τους λόγους που γράφουμε είναι κι αυτός. Να κοιτάζουμε προς τα πίσω, σε ευχάριστα ή οδυνηρά τοπία που έχουν γίνει σκιές. Τρόπον τινά, να ξεφορτωθούμε το βουνό τα μπαγκάζια, (προσωπική ζωή τα ονομάζουμε) που είμαστε υποχρεωμένοι να κουβαλάμε, να ζήσουμε επιτέλους δίχως το βάρος τους, και ως συνέχεια, να ρίξουμε ένα καινούργιο φως πάνω τους, το φως της καθαρής ματιάς∙ τη λέμε και  εμπειρία… Είναι σαν να ανοίγεις ένα παλιό σεντούκι και ξεθάβεις πράγματα που αγνοούσες την ύπαρξή τους. Η λογοτεχνία σ’ όλο τον κόσμο είναι νομίζω αυτό που λέμε αυτοβιογραφική με τη στενή ή ευρεία έννοια. Η κυρία Μποβαρί είμαι εγώ, λένε ότι είπε ο Φλωμπέρ. Και με τα χρόνια το γράψιμο γίνεται κουσούρι, ένα αθεράπευτο κουσούρι που δεν θέλεις ν’ απαλλαγείς  απ’ αυτό γιατί είναι μια διεργασία, σχεδόν μαγική. Σ’ αυτήν καταφεύγεις όταν απλώνονται γύρω σου σκοτάδια, όταν νιώθεις να σε πνίγει η μιζέρια, όταν θέλεις να δεις καθαρότερα τα πράγματα, να κατανοήσεις, ν’ αμφιβάλεις, να μάθεις, να βγάλεις τις εμμονές απ’ το μυαλό σου, σ’ αυτήν καταφεύγεις ακόμα κι όταν η εμπειρία, τα χρόνια και η επιείκεια ―για συμπεριφορές άλλοτε απαράδεχτες― σαρώσουν τη ζωή σου,  τέλος σ’ αυτήν προσφεύγεις, γιατί εκεί μπορείς να κάνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις στην πραγματική ζωή. Να διορθώσεις τα γραφόμενά σου, ν’ αλλάξεις σκηνές, ν’ αφαιρείς ή να προσθέτεις λέξεις στο κείμενο, να βάζεις καινούργια πρόσωπα που βολεύουν την πλοκή… Μπορείς να τα κάνεις αυτά στη ζωή;
Και δεν είναι μόνο αυτά… Εκεί προστρέχεις όταν αισθάνεσαι την ανάγκη να ανασκάψεις και να καταγράψεις το παρελθόν πριν λησμονηθεί, άλλες φορές για να σκιτσάρεις με το δικό σου πινέλο το μούτρο της κοινωνίας ―ανάλογα με την ψυχική σου κατάσταση το αγριεύεις ή το γαληνεύεις. Συχνάκις θέλεις απλώς να δημιουργείς, η δημιουργία είναι ιδιότητα του ανθρώπου ή να πεις κάτι καινούργιο, όπως να μιλήσεις για τη ζωή ανθρώπων που κανείς δε μίλησε γι’ αυτούς… Να βάλεις τη δική σου οπτική ματιά στα γεγονότα που βίωσαν.
Μερικές φορές σε οδηγεί εκεί και μια ανεξέλεγκτη δύναμη, ένα πείσμα, μια προσπάθεια να κοροϊδέψεις το θάνατο μέσα απ’ τη γραφή ή να ερμηνεύσεις την εκδικητική πολλές φορές συμπεριφορά αυτού που ονομάζουμε Θεό προς τον άνθρωπο… Υπάρχουν και άλλες πιο εγωιστικές στιγμές που προσπαθείς να φορτώσεις την ψυχαναγκαστική σου λογοδιάρροια στους φίλους σου, πιστεύοντας πως θα περνούν καλά διαβάζοντας τα κείμενά σου… Οι πράξεις μας όλες έχουν τις δικές τους καταχωνιασμένες, καπακωμένες τις περισσότερες φορές αιτίες.
Όπως και να το δει κανείς, η γραφή είναι ένα όμορφο ταξίδι, σου δίνει την δυνατότητα να μπαίνεις σε διαφορετικά μυαλά, σε διαφορετικές ανθρώπινες ενέργειες, όλα αυτά είναι μια ταξιδιωτική περιπέτεια κι εγώ λατρεύω τα ταξίδια, γιατί μου δίνουν τη δυνατότητα να ζω πράγματα απρόσμενα, εκπλήξεις και ανατροπές, να μπαίνω μέσα σε μια πλοκή, να χάνομαι εκεί μέσα, να κυκλοφορώ για καιρό με το φορτίο της συνείδησης του ήρωά μου...
Δεν μπορώ να περιγράψω όλα όσα νιώθει κανείς γράφοντας, αυτοί που γράφουν θα με καταλάβουν, οι άλλοι θα σκεφτούν Ήμαρτον, τι υπερβολή! Γι’ αυτό είμαι έτοιμη να μπω στην καινούργια περιπέτεια, ψηλαφίζοντας ιστορίες της Ζώγιας της Κομνηνών και άλλες της πρώτης Ζώγιας στη Σβώλου, της Ερμού, αλλά και του Βόλου.
Είμαι βέβαιη πως ανοίγοντας αυτό το παράθυρο, ένα σωρό κλειδωμένες εικόνες θα έρθουν στο μυαλό μου, τις οποίες θα δημοσιεύω στον μπλοκ μου… Ακολουθήστε με αν έχετε την περιέργεια να τις μάθετε.

                                                   

2 σχόλια:

  1. Ζώγια μου, είχα την τύχη και τη χαρά, κάποιες από τις ιστορίες σου να τις ακούσω δια ζώσης. Μα όπως λες κι εσύ, ότι δεν καταγράφεται, φτερό στον άνεμο και πάει...χάθηκε. Χαίρομαι ιδιαίτερα που θα έχω ακόμη μια πηγή να δροσίζομαι - ίσως κάποτε και να καίγομαι - μα αυτή είναι και η γλύκα της ζωής.
    Καλή αρχή και μακάρι να εξαντληθούν οι ιστορίες της Ζώγιας, στο βάθος του χρόνου που μας κυνηγά και τον κυνηγούμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο ωραία ιδέα ,θα περιμένω με ενδιαφέρον να ζήσω μέσα από την αφήγηση σου όσες δεν είχα την τύχη βιώσω,η αγάπη μας για σένα και τα κείμενα σου αντέχει στον χρόνο και τώρα της δίνεις νέα αφορμή,καλό μας ταξίδι

    ΑπάντησηΔιαγραφή